τσάκρισμα
•
- κυπριακάτο χτύπημα των δακτύλων (του αντίχειρα με τον μέσο και το δείκτη) Βικιλεξικό
- κυπριακάη κήλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσάκρισμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσάκρισμα | τσακρίσματα |
| Γενική | τσακρίσματος | τσακρισμάτων |
| Αιτιατική | τσάκρισμα | τσακρίσματα |
| Κλητική | τσάκρισμα | τσακρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →