Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσάμικο

ουσιαστικό
•
  1. ο τσάμικος ⁽ᵉˡ⁾ χορός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσάμικοτσάμικα
Γενικήτσάμικουτσάμικων
Αιτιατικήτσάμικοτσάμικα
Κλητικήτσάμικοτσάμικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τσάμικο

επίθετο
•
  1. βλ. τσάμικος ⁽ᵉˡ⁾ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσάμικοτσάμικοτσάμικο
Γενικήτσάμικουτσάμικουτσάμικου
Αιτιατικήτσάμικοτσάμικοτσάμικο
Κλητικήτσάμικοτσάμικοτσάμικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσάμικατσάμικατσάμικα
Γενικήτσάμικωντσάμικωντσάμικων
Αιτιατικήτσάμικατσάμικατσάμικα
Κλητικήτσάμικατσάμικατσάμικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →