Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσάρτερ

/ˈt͡saɾ.teɾ/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έκτακτη αεροπορική πτήση, ναυλωμένη από ταξιδιωτική εταιρία για ομαδικές μετακινήσεις Βικιλεξικό
    • Το νησί των Βαλεαρίδων αποτελούσε προορισμό των χίπιδων από τα σίξτις, όταν έφταναν εκεί, όπως στο Μαρόκο και την Τυνησία, με τις πρώτες τσάρτερ πτήσεις της ιστορίας. (Ζέφη Κόλλια, Βελονιές της πρωτοπορίας, 2023, σελ. 1985)
  2. συνεκδοχικάαεροσκάφος που εκτελεί τέτοια πτήση Βικιλεξικό
    • Βρήκα μια θέση σ' ένα τσάρτερ που αναχωρεί στη μία και τριάντα με προορισμό τη Θεσσαλονίκη (Τιτίνα Δανέλλη, Τα τέσσερα μπαστούνια, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

τσάρτερ < αγγλική charter < παλαιά γαλλική chartre (συμβόλαιο, τίτλος ιδιοκτησίας) < λατινική chartula (σύντομο γραπτό κείμενο), υποκοριστικό του λατινική c(h)arta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →