τσάτρα πάτρα
•
- για γλώσσαπου δεν μιλιέται σωστά επειδή είναι λίγο γνωστή στον ομιλητή Βικιλεξικό
- ευτυχώς η γυναίκα μου μίλαγε τσάτρα πάτρα τα τούρκικα και μπορέσαμε να ξεμπλέξουμε κάποια στιγμή
- κατ’ επέκτασηπου είναι κακοφτιαγμένο, προχειροφτιαγμένο, φτιαγμένο βιαστικά και άκομψα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσάτρα πάτρα < μεσαιωνική ελληνική τσάταλα πάταλα < σάταλα πάταλα (λόγια που είναι ασαφή και λίγο τραυλά)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →