Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσατσά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμααυτή που προΐσταται σε πορνείο ή είναι ιδιοκτήτριά του, η προαγωγός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσατσά < τσάτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσατσάτσατσάδες / τσατσές
Γενικήτσατσάςτσατσάδων
Αιτιατικήτσατσάτσατσάδες / τσατσές
Κλητικήτσατσάτσατσάδες / τσατσές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τσάτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ηλικιωμένη γυναίκα Βικιλεξικό
  2. ηλικιωμένη γυναίκα Βικιλεξικό
  3. σκωπτικόηλικιωμένη γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσάτσα < (ηχομιμητική λέξη) (νηπιακή λέξη, ίσως ατελής προσπάθεια μίμησης της λέξης θείτσα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσάτσατσάτσες
Γενικήτσάτσας—
Αιτιατικήτσάτσατσάτσες
Κλητικήτσάτσατσάτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →