τσέτης
•
- ιστορίαΤούρκος άτακτος πολιτοφύλακας κατά τη μικρασιατική εκστρατεία που πολεμούσε εναντίον του ελληνικού στρατού Βικιλεξικό
- Εἰς τόν προσφυγικόν καταυλισμόν τῆς Λαχαναγοράς Πειραιῶς ἐνεφανίσθη μίαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δέν ἦτο οὔτε Μικρασιάτης, οὔτε Θρᾶξ. Δέν τόν εἶχαν κυνηγήσει αἱ ὀρδαί τοῦ Κεμάλ. Δέν τοῦ εἶχαν σπάσει τό πόδι του οἱ Τοῦρκοι Τσέτηδες. Ἦτόν ἁπλούστατα ἕνας ἀθῶος σπουργίτης.
Ετυμολογία
τσέτης < (άμεσο δάνειο) τουρκική çete
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσέτης | τσέτες |
| Γενική | τσέτη | τσετών |
| Αιτιατική | τσέτη | τσέτες |
| Κλητική | τσέτη | τσέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →