Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσέτλα

/ˈtset.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόλοξό κόψιμο με ψαλίδι Βικιλεξικό
  2. η τσέτουλα Βικιλεξικό
    • Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)

Ετυμολογία

τσέτλα: (άμεσο δάνειο) βενετική cetola → δείτε τη λέξη τσέτουλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσέτλατσέτλες
Γενικήτσέτλας—
Αιτιατικήτσέτλατσέτλες
Κλητικήτσέτλατσέτλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →