Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσίμπλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λιπώδης έκκριση στην άκρη του ματιού, η οποία μπορεί να έχει στερεοποιηθεί με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να μην μπορεί κάποιος να ανοίξει το μάτι, αν δεν την αφαιρέσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσίμπλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσίμπλα < (αναδρομικός σχηματισμός) τσιμπλ(ιάζω) + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσίμπλατσίμπλες
Γενικήτσίμπλαςτσιμπλών
Αιτιατικήτσίμπλατσίμπλες
Κλητικήτσίμπλατσίμπλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →