τσίρλα
•
- προφορικόη διάρροια Βικιλεξικό
- μ' έπιασε τσίρλα
Ετυμολογία
τσίρλα < τσιρλ(ώ) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός) → δείτε περισσότερα στο τσιρλιό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσίρλα | τσίρλες |
| Γενική | τσίρλας | — |
| Αιτιατική | τσίρλα | τσίρλες |
| Κλητική | τσίρλα | τσίρλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →