τσίτα
•
- μεταφορικάεγρήγορση, ετοιμότητα, διαρκής ένταση Βικιλεξικό
- Τον τελευταίο καιρό δεν προλαβαίνω να ανασάνω. Είμαι διαρκώς στην τσίτα.
- θηλαστικό ζώοσυνώνυμο του τσιτάχ: αιλουροειδές, ο γατόπαρδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσίτα < πιθανόν αναδρομικός σχηματισμός τσιτ(ώνω) + -α → δείτε και τη λέξη τσιτώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσίτα | τσίτες |
| Γενική | τσίτας | τσιτών |
| Αιτιατική | τσίτα | τσίτες |
| Κλητική | τσίτα | τσίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →