τσαΐρι
•
- λιβάδι Βικιλεξικό
- ακαλλιέργητη έκταση Βικιλεξικό
- -Ήρθα να σ'αφήσω το Βάρδα. Τι κάνει το Ολγάκι; -Αγγελοκρούεται όξω στο τσαΐρι. Σωθήκαν οι μέρες του (Μενέλαος Λουντέμης, αγέλαστη άνοιξη, 1971, σελ. 513 στην έκδοση Πατάκη, 2018)
Ετυμολογία
τσαΐρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çayır + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαΐρι | τσαΐρια |
| Γενική | τσαϊριού | τσαϊριών |
| Αιτιατική | τσαΐρι | τσαΐρια |
| Κλητική | τσαΐρι | τσαΐρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →