τσαγιέρα
•
- κουζινικάσκεύος που χρησιμοποιείται για το σερβίρισμα τσαγιού ή άλλου ζεστού ροφήματος Βικιλεξικό
- Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- κουζινικάκουζινικό σκεύος για το βράσιμο νερού, βραστήρας νερού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαγιέρα < τσάι + -ιέρα < γαλλική théière
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαγιέρα | τσαγιέρες |
| Γενική | τσαγιέρας | — |
| Αιτιατική | τσαγιέρα | τσαγιέρες |
| Κλητική | τσαγιέρα | τσαγιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →