Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαγκάρικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υπόδησηυποδηματοποιείο Βικιλεξικό
    • Άλλαξαν όλα. Όλα εκτός από το τσαγκάρικο του κυρ Κώστα. Που, σκυμμένος από τη δουλειά μα και από τα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη, εξακολουθούσε να δουλεύει «από την αυγή ώς το γέρμα». Τώρα πουλούσε και καινούρια παπούτσια, μα πού να τα βγάλει πέρα με τα «τακούνι-εξπρές» και τις νέες μόδες... (Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου, Ο καιρός της σοκολάτας, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

τσαγκάρικο < τσαγκάρ(ης) + -ικο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαγκάρικοτσαγκάρικα
Γενικήτσαγκάρικουτσαγκάρικων
Αιτιατικήτσαγκάρικοτσαγκάρικα
Κλητικήτσαγκάρικοτσαγκάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →