τσαγκαράδικο
•
- το εργαστήριο και μαγαζί του τσαγκάρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαγκαράδικο < τσαγκάρ(ης) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαγκαράδικο | τσαγκαράδικα |
| Γενική | τσαγκαράδικου | τσαγκαράδικων |
| Αιτιατική | τσαγκαράδικο | τσαγκαράδικα |
| Κλητική | τσαγκαράδικο | τσαγκαράδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →