Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαγκαροδευτέρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τη Δευτέρα είχαν καθιερώσει ως αργία οι τσαγκάρηδες από τον 2ο αιώνα (πηγή: εφημερίδα επτά) Βικιλεξικό
  2. ειρωνικάμέρα ανάπαυσης για τους τεμπέληδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαγκαροδευτέρα < τσαγκάρης + Δευτέρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαγκαροδευτέρατσαγκαροδευτέρες
Γενικήτσαγκαροδευτέρας—
Αιτιατικήτσαγκαροδευτέρατσαγκαροδευτέρες
Κλητικήτσαγκαροδευτέρατσαγκαροδευτέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →