Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσακίζομαι

/t͡saˈci.zo.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος τσακίζω Βικιλεξικό
  2. παθητική φωνή του ρήματος τσακίζω Βικιλεξικό
    • τσακίστηκα να τον βοηθήσω κι εκείνος ούτ' ένα «ευχαριστώ» δεν μου είπε
    • τοῦ ἔδωσαν τό καλύτερο δωμάτιο, καί τσακίστηκαν νά τοῦ φέρουν τό τσάϊ κομπλέ πού ἐζήτησε (Μ. Καραγάτσης, Στρατής Πασχάλης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης διηγήματα - νουβέλες, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2000, σελ. 407)
  3. προσταγήπαθητική φωνή του ρήματος τσακίζω Βικιλεξικό
    • άντε τώρα! τσακίσου να μου φέρεις τον καφέ. Και όχι νερόβραστο όπως εχθές!

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

τσακίζωτσακίστηκατσακισμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →