τσακίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος τσακίζω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος τσακίζω Βικιλεξικό
- τσακίστηκα να τον βοηθήσω κι εκείνος ούτ' ένα «ευχαριστώ» δεν μου είπε
- τοῦ ἔδωσαν τό καλύτερο δωμάτιο, καί τσακίστηκαν νά τοῦ φέρουν τό τσάϊ κομπλέ πού ἐζήτησε (Μ. Καραγάτσης, Στρατής Πασχάλης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης διηγήματα - νουβέλες, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2000, σελ. 407)
- προσταγήπαθητική φωνή του ρήματος τσακίζω Βικιλεξικό
- άντε τώρα! τσακίσου να μου φέρεις τον καφέ. Και όχι νερόβραστο όπως εχθές!
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
τσακίζωτσακίστηκατσακισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →