τσακίρικος
•
- λαϊκότροποπου έχει σχέση με τσακίρη / γαλανομάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- λαϊκότροπογοητευτικός, σαγηνευτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσακίρικος < τσακίρης + -ικος < τουρκική çakır < οθωμανική τουρκική چاقر (çakır) < πρωτοτουρκική *čakïr (που έχει χρώμα ανοιχτό γκρι ή γκρι προς το γαλανό
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσακίρικος | τσακίρικη | τσακίρικο |
| Γενική | τσακίρικου | τσακίρικης | τσακίρικου |
| Αιτιατική | τσακίρικο | τσακίρικη | τσακίρικο |
| Κλητική | τσακίρικε | τσακίρικη | τσακίρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσακίρικοι | τσακίρικες | τσακίρικα |
| Γενική | τσακίρικων | τσακίρικων | τσακίρικων |
| Αιτιατική | τσακίρικους | τσακίρικες | τσακίρικα |
| Κλητική | τσακίρικοι | τσακίρικες | τσακίρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →