Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσακίρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει σχέση με τσακίρη / γαλανομάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροπογοητευτικός, σαγηνευτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσακίρικος < τσακίρης + -ικος < τουρκική çakır < οθωμανική τουρκική چاقر (çakır) < πρωτοτουρκική *čakïr (που έχει χρώμα ανοιχτό γκρι ή γκρι προς το γαλανό

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσακίρικοςτσακίρικητσακίρικο
Γενικήτσακίρικουτσακίρικηςτσακίρικου
Αιτιατικήτσακίρικοτσακίρικητσακίρικο
Κλητικήτσακίρικετσακίρικητσακίρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσακίρικοιτσακίρικεςτσακίρικα
Γενικήτσακίρικωντσακίρικωντσακίρικων
Αιτιατικήτσακίρικουςτσακίρικεςτσακίρικα
Κλητικήτσακίρικοιτσακίρικεςτσακίρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →