τσακίσματα
•
- λίκνισμα ή έντονα κουνήματα του σώματος στον χορό Βικιλεξικό
- καμώματα, νάζια ή παιχνιδιάρικες κινήσεις που εκφράζουν γοητεία ή πείσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσακίσματα < πληθυντικός αριθμός του τσάκισμα < μεσαιωνική ελληνική τσάκισμα < τσακίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσακίσματα | τσακίσματα |
| Γενική | — | τσακισμάτων |
| Αιτιατική | — | τσακίσματα |
| Κλητική | — | τσακίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →