Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσακίστρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναζιάρα Βικιλεξικό
    • «Τσελεμπίνες» ήταν οι αρχοντικές γυναίκες και «τσακίστρες» οι ναζιάρες., constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)
    • Ὁ Σαντουριέρης πάντα μπροστὰ, μὲ τὴ λάμπα ψηλὰ στὰ χέρια. Ξοπίσω πάντα ἀφτὴ ὀρθόκορμη, βεργολύγερη, τσακίστρα πρώτης, τοῦ διαβόλου ναζοῦ (Κ.Γ. Πασαγιάννης, Μοσκιές, βιβλ. Εστίας, 1898, σελ. 53 https://www.google.gr/books/edition/Moskies/pblBAAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1&pg=PA54&printsec=frontcover)
    • Να σου παίζει η ορχήστρα / δέκα σάμπες παρδαλές / και με μια μικρή τσακίστρα / να χορεύεις και να λες. (Παύλος Ασημακόπουλος, Β. Σπυρόπουλος, Π. Παπαδούκας, στίχοι στο τραγούδι Δεν πάω σπίτι μου απόψε)

Ετυμολογία

τσακίστρα < τσακίζω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσακίστρατσακίστρες
Γενικήτσακίστρας—
Αιτιατικήτσακίστρατσακίστρες
Κλητικήτσακίστρατσακίστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →