τσακμακόπετρα
•
- λαϊκότροποη πέτρα του τσακμακιού Βικιλεξικό
- λαϊκότροποείδος πυρόλιθου που παράγει σπινθήρες όταν το χτυπάμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσακμακόπετρα < τσακμάκ(ι) + -ό- + πέτρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσακμακόπετρα | τσακμακόπετρες |
| Γενική | τσακμακόπετρας | — |
| Αιτιατική | τσακμακόπετρα | τσακμακόπετρες |
| Κλητική | τσακμακόπετρα | τσακμακόπετρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →