Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσακώνικα

/t͡saˈko.ni.ka/ουσιαστικό
•
  1. γλώσσαη γλώσσα ή διάλεκτος των Τσακώνων. Τα Τσακώνικα προέρχονται από την αρχαία δωρική διάλεκτο της Λακωνίας που όμως διαχρονικά επηρεάστηκε από την Κοινή Ελληνιστική και τους απογόνους της. Ομιλείται στην Τσακωνιά, περιοχή της Κυνουρίας και παλιότερα σε μεμονωμένες περιοχές της Θάλασσας του Μαρμαρά όπου είχαν εγκατασταθεί Τσάκωνες. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσακώνικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τσακώνικος στον πληθυντικό < Τσάκωνας / Τσάκονας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσακώνικατσακώνικα
Γενική—τσακώνικων
Αιτιατική—τσακώνικα
Κλητική—τσακώνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →