Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσακωνοχώρι

/t͡sa.ko.noˈxo.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χωριό Τσακώνων Βικιλεξικό
    • Τσακωνοχώρια υπάρχουν στην Τσακωνιά, στην Κυνουρία της Αρκαδίας και μερικά στη βόρεια Ελλάδα όπου κατοικούν πρόσφυγες Τσάκωνες που ήταν εγκατεστημένοι παλιά στην Προποντίδα.
  2. ειδικότεραχωριό όπου μιλιέται ή μιλιόταν η τσακωνική διάλεκτος, τα τσακώνικα Βικιλεξικό
    • […] αποτέλεσμα της μικρότερης ή μεγαλύτερης επαφής των Τσακώνων με εξωτσακωνικούς πληθυσμούς, με πληθυσμούς που μιλούσαν τα Νεοελληνικά: τόσο τα δύο βορειότερα τσακωνοχώρια της Π/σου^(Πελοποννήσου) —στη Σίταινα και την Καστάνιτσα— όσο και στο ένα από τα δύο χωριά της Προποντίδας, το Χαβουτσί, όλες οι διαφορές από τα υπόλοιπα ιδιώματα τείνουν στην προσέγγισή τους προς τα Νεοελληνικά.

Ετυμολογία

τσακωνοχώρι < Τσάκωνας, Τσάκων(ες) + -ο- + -χώρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσακωνοχώριτσακωνοχώρια
Γενικήτσακωνοχωριούτσακωνοχωριών
Αιτιατικήτσακωνοχώριτσακωνοχώρια
Κλητικήτσακωνοχώριτσακωνοχώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →