Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσακώνομαι

/t͡saˈko.no.me/ρήμα
•
  1. μαλώνω, καβγαδίζω, διακόπτω σχέσεις Βικιλεξικό
    • Ο γάμος τους δεν ήταν ιδανικός, εκείνος –υπήρξε μέγας καρδιοκατακτητής– είχε κι άλλες γυναίκες, κι η Φρίντα πήγαινε με άλλους άντρες αλλά και γυναίκες. Τσακώθηκαν, χώρισαν και ξαναπαντρεύτηκαν. (Διαβάζω τεύχη 440-442, 2003, σελ. 58)

Ετυμολογία

τσακώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος τσακώνω με διαφορετική σημασία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσακώνομαιτσακώνεσαιτσακώνεταιτσακωνόμαστετσακώνεστετσακώνονται
Παρατατικόςτσακωνόμουν / τσακωνόμουνατσακωνόσουν / τσακωνόσουνατσακωνόταν / τσακωνότανετσακωνόμασταν / τσακωνόμαστετσακωνόσασταν / τσακωνόσαστετσακωνόντουσαν / τσακώνονταν
Αόριστοςτσακώθηκατσακώθηκεςτσακώθηκετσακωθήκαμετσακωθήκατετσακωθήκαν / τσακωθήκανε / τσακώθηκαν
Μέλλονταςθα τσακωθώ / θα τσακώνομαιθα τσακωθείς / θα τσακώνεσαιθα τσακωθεί / θα τσακώνεταιθα τσακωθούμε / θα τσακωνόμαστεθα τσακωθείτε / θα τσακώνεστεθα τσακωθούν / θα τσακωθούνε / θα τσακώνονται
Παρακείμενοςέχω τσακωθείέχεις τσακωθείέχει τσακωθείέχουμε τσακωθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα τσακωθείείχες τσακωθείείχε τσακωθεί———
Υποτακτικήνα έχω τσακωθεί / να τσακωθώ / να τσακώνομαινα έχεις τσακωθεί / να τσακωθείς / να τσακώνεσαινα έχει τσακωθεί / να τσακωθεί / να τσακώνεταινα έχουμε τσακωθεί / να τσακωθούμε / να τσακωνόμαστενα τσακωθείτε / να τσακώνεστενα τσακωθούν / να τσακωθούνε / να τσακώνονται
Προστακτική—τσακώσου——τσακωθείτε / τσακώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →