τσακώνω
•
- προφορικόσυλλαμβάνω κάποιον παράνομο, συνήθως επ' αυτοφώρω Βικιλεξικό
- λαϊκόαρπάζω Βικιλεξικό
- λαϊκόπιάνομαι στα χέρια με κάποιον, μαλώνω με κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσακώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσακώνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
τσακώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →