τσαλάκωμα
•
- η ενέργεια του τσαλακώνω Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα του τσαλακώνω, ορατή δίπλα, ζάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαλάκωμα < τσαλακώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαλάκωμα | τσαλακώματα |
| Γενική | τσαλακώματος | τσαλακωμάτων |
| Αιτιατική | τσαλάκωμα | τσαλακώματα |
| Κλητική | τσαλάκωμα | τσαλακώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →