τσαλίμι
•
- επιδέξια κίνηση (σε χορό, πάλη κ.λπ.) Βικιλεξικό
- μεταφορικάπονηριά, κάμωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαλίμι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çalım + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαλίμι | τσαλίμια |
| Γενική | τσαλιμιού | τσαλιμιών |
| Αιτιατική | τσαλίμι | τσαλίμια |
| Κλητική | τσαλίμι | τσαλίμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →