Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαλαβουτώ

ρήμα
•
  1. δρασκελίζω ή βουτάω σε ρηχά νερά Βικιλεξικό
    • τσαλαβούταγαν μες το βούρκο όλο το απόγευμα προσπαθώντας να τραβήξουν έξω την κολημμένη βάρκα
  2. χοροπηδάω ή βουτάω παίζοντας σε ρηχά νερά Βικιλεξικό
    • τα παιδιά τσαλαβουτάνε και κυνηγιούνται ασταμάτητα στην παραλία

Ετυμολογία

τσαλαβουτώ < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →