τσαλαβουτώ
•
- δρασκελίζω ή βουτάω σε ρηχά νερά Βικιλεξικό
- τσαλαβούταγαν μες το βούρκο όλο το απόγευμα προσπαθώντας να τραβήξουν έξω την κολημμένη βάρκα
- χοροπηδάω ή βουτάω παίζοντας σε ρηχά νερά Βικιλεξικό
- τα παιδιά τσαλαβουτάνε και κυνηγιούνται ασταμάτητα στην παραλία
Ετυμολογία
τσαλαβουτώ < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →