τσαλαβούτας
•
- άτομο που περπατάει με άτσαλο τρόπο σε νερά και λάσπες Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο που είναι ακατάστατο στη δουλειά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαλαβούτας < τσαλαβουτ(ώ) + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαλαβούτας | τσαλαβούτες |
| Γενική | τσαλαβούτα | — |
| Αιτιατική | τσαλαβούτα | τσαλαβούτες |
| Κλητική | τσαλαβούτα | τσαλαβούτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →