τσαλαπετεινός
•
- πτηνό, μεταναστευτικό εντομοφάγο πτηνό με μακρύ κυρτό ράμφος και χαρακτηριστικό ανεγειρόμενο λοφίο στο κεφάλι, που του προσδίδει εύκολα αναγνωρίσιμη όψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαλαπετεινός < *τσαλοπετεινός < τσαλί (< τουρκική çalı (θάμνος, βάτος, φρύγανο) < οθωμανική τουρκική چالی (çalı)) + πετεινός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαλαπετεινός | τσαλαπετεινοί |
| Γενική | τσαλαπετεινού | τσαλαπετεινών |
| Αιτιατική | τσαλαπετεινό | τσαλαπετεινούς |
| Κλητική | τσαλαπετεινέ | τσαλαπετεινοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →