τσαμασίρια
•
- ιδιωματικόάπλυτα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημικροπράγματα, προσωπικά αντικείμενα Βικιλεξικό
- Είναι το ντιβάνι μου στενό / και δε μας χωράει και τους δυο!
- Αφού δεν τα κατάφερες, να πας με τα νερά μου, / μάσε τα τσαμασίρια σου και στο καλό, κυρά μου!
Ετυμολογία
τσαμασίρια < (άμεσο δάνειο) τουρκική çamaşır (άπλυτα) < περσική جامه شوی (jāma-shūy)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαμασίρια | τσαμασίρια |
| Γενική | — | τσαμασιριών |
| Αιτιατική | — | τσαμασίρια |
| Κλητική | — | τσαμασίρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →