Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαμασίρια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόάπλυτα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημικροπράγματα, προσωπικά αντικείμενα Βικιλεξικό
    • Είναι το ντιβάνι μου στενό / και δε μας χωράει και τους δυο!
    • Αφού δεν τα κατάφερες, να πας με τα νερά μου, / μάσε τα τσαμασίρια σου και στο καλό, κυρά μου!

Ετυμολογία

τσαμασίρια < (άμεσο δάνειο) τουρκική çamaşır (άπλυτα) < περσική جامه شوی (jāma-shūy)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαμασίριατσαμασίρια
Γενική—τσαμασιριών
Αιτιατική—τσαμασίρια
Κλητική—τσαμασίρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →