τσαμπάς
•
- ηπειρώτικη λέξη για το μακρύ μαλλί Βικιλεξικό
- η αλογοουρά στα μαλλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαμπάς < αβέβαιης ρίζας, αλλά πάντως ξενικής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαμπάς | τσαμπάδες |
| Γενική | τσαμπά | τσαμπάδων |
| Αιτιατική | τσαμπά | τσαμπάδες |
| Κλητική | τσαμπά | τσαμπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →