τσαμπουκάς
•
- ο τσακωμός, ο καβγάς, η φασαρία Βικιλεξικό
- Μας πουλάει τσαμπουκά.
- κατ’ επέκτασηο μάγκας, ο νταής, αυτός που με τη συμπεριφορά του ψάχνει ή προκαλεί καβγάδες Βικιλεξικό
- Ο πιτσιρικάς ήταν μεγάλος τσαμπουκάς.
- η προκλητική μάγκικη συμπεριφορά, μαγκιά, νταηλίκι, ζοριλίκι Βικιλεξικό
- Έξω από το καφενείο έγινε τσαμπουκάς.
- Πάει γυρεύοντας για τσαμπουκά.
- αργκόοι επουλωμένες πληγές, συνήθως από ξυράφι, στα χέρια ή και στο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Τα μπράτσα του ήταν γεμάτα τσαμπουκάδες.
Ετυμολογία
τσαμπουκάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική çabuka (που τον έχουν καταδικάσει ξανά) < sabıka (κι άλλη καταδίκη) (< sabık (προηγούμενος) < αραβική سابق (sābik: προηγούμενος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαμπουκάς | τσαμπουκάδες |
| Γενική | τσαμπουκά | τσαμπουκάδων |
| Αιτιατική | τσαμπουκά | τσαμπουκάδες |
| Κλητική | τσαμπουκά | τσαμπουκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →