τσαμπουκαλίδικος
•
- που έχει σχέση με τσαμπουκαλή ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτσαμπουκαλίδικα: έλεγαν στις αρχές του περασμένου αιώνα τη συνθηματική διάλεκτο του υποκόσμου της εποχής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαμπουκαλίδικος < τσαμπουκαλής + -ίδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαμπουκαλίδικος | τσαμπουκαλίδικη | τσαμπουκαλίδικο |
| Γενική | τσαμπουκαλίδικου | τσαμπουκαλίδικης | τσαμπουκαλίδικου |
| Αιτιατική | τσαμπουκαλίδικο | τσαμπουκαλίδικη | τσαμπουκαλίδικο |
| Κλητική | τσαμπουκαλίδικε | τσαμπουκαλίδικη | τσαμπουκαλίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαμπουκαλίδικοι | τσαμπουκαλίδικες | τσαμπουκαλίδικα |
| Γενική | τσαμπουκαλίδικων | τσαμπουκαλίδικων | τσαμπουκαλίδικων |
| Αιτιατική | τσαμπουκαλίδικους | τσαμπουκαλίδικες | τσαμπουκαλίδικα |
| Κλητική | τσαμπουκαλίδικοι | τσαμπουκαλίδικες | τσαμπουκαλίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →