Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαμπουκαλίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τσαμπουκαλή ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτσαμπουκαλίδικα: έλεγαν στις αρχές του περασμένου αιώνα τη συνθηματική διάλεκτο του υποκόσμου της εποχής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαμπουκαλίδικος < τσαμπουκαλής + -ίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαμπουκαλίδικοςτσαμπουκαλίδικητσαμπουκαλίδικο
Γενικήτσαμπουκαλίδικουτσαμπουκαλίδικηςτσαμπουκαλίδικου
Αιτιατικήτσαμπουκαλίδικοτσαμπουκαλίδικητσαμπουκαλίδικο
Κλητικήτσαμπουκαλίδικετσαμπουκαλίδικητσαμπουκαλίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαμπουκαλίδικοιτσαμπουκαλίδικεςτσαμπουκαλίδικα
Γενικήτσαμπουκαλίδικωντσαμπουκαλίδικωντσαμπουκαλίδικων
Αιτιατικήτσαμπουκαλίδικουςτσαμπουκαλίδικεςτσαμπουκαλίδικα
Κλητικήτσαμπουκαλίδικοιτσαμπουκαλίδικεςτσαμπουκαλίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →