Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαμπουκαλεύομαι

ρήμα
•
  1. αργκόγίνομαι τσαμπουκάς, νταής Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποπουλάω ζοριλίκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαμπουκαλεύομαι < τσαμπουκάς

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτσαμπουκαλεύομαιτσαμπουκαλεύεσαιτσαμπουκαλεύεταιτσαμπουκαλευόμαστετσαμπουκαλεύεστετσαμπουκαλεύονται
Παρατατικόςτσαμπουκαλευόμουν / τσαμπουκαλευόμουνατσαμπουκαλευόσουν / τσαμπουκαλευόσουνατσαμπουκαλευόταν / τσαμπουκαλευότανετσαμπουκαλευόμασταν / τσαμπουκαλευόμαστετσαμπουκαλευόσασταν / τσαμπουκαλευόσαστετσαμπουκαλευόντουσαν / τσαμπουκαλεύονταν
Αόριστοςτσαμπουκαλεύτηκατσαμπουκαλεύτηκεςτσαμπουκαλεύτηκετσαμπουκαλευτήκαμετσαμπουκαλευτήκατετσαμπουκαλευτήκαν / τσαμπουκαλευτήκανε / τσαμπουκαλεύτηκαν
Μέλλονταςθα τσαμπουκαλευτώ / θα τσαμπουκαλεύομαιθα τσαμπουκαλευτείς / θα τσαμπουκαλεύεσαιθα τσαμπουκαλευτεί / θα τσαμπουκαλεύεταιθα τσαμπουκαλευτούμε / θα τσαμπουκαλευόμαστεθα τσαμπουκαλευτείτε / θα τσαμπουκαλεύεστεθα τσαμπουκαλευτούν / θα τσαμπουκαλευτούνε / θα τσαμπουκαλεύονται
Παρακείμενοςέχω τσαμπουκαλευτείέχεις τσαμπουκαλευτείέχει τσαμπουκαλευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα τσαμπουκαλευτείείχες τσαμπουκαλευτείείχε τσαμπουκαλευτεί———
Υποτακτικήνα έχω τσαμπουκαλευτεί / να τσαμπουκαλευτώ / να τσαμπουκαλεύομαινα έχεις τσαμπουκαλευτεί / να τσαμπουκαλευτείς / να τσαμπουκαλεύεσαινα έχει τσαμπουκαλευτεί / να τσαμπουκαλευτεί / να τσαμπουκαλεύεταινα τσαμπουκαλευτούμε / να τσαμπουκαλευόμαστενα τσαμπουκαλευτείτε / να τσαμπουκαλεύεστενα τσαμπουκαλευτούν / να τσαμπουκαλευτούνε / να τσαμπουκαλεύονται
Προστακτική—τσαμπουκαλεύου / τσαμπουκαλεύσου——τσαμπουκαλευτείτε / τσαμπουκαλεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →