Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαμπουνιέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μουσικήο οργανοπαίκτης της τσαμπούνας Βικιλεξικό
    • Υπάρχουν επαγγελματίες τσαμπουνιέρηδες. Και υπάρχουν και άνθρωποι που ασκούν κατά βάση κάποιο άλλο επάγγελμα, αλλά παίζοντας τσαμπούνα κερδίζουν πολλά χρήματα. (Γιώργος Πίττας, Εγκώμιο τσαμπούνας, 10/10/2008, Σημάδια του Αιγαίου, https://simadiatouaigaiou.wordpress.com/2008/10/10/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BC%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CF%82/

Ετυμολογία

τσαμπουνιέρης < τσαμπούν(α) + -ιέρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαμπουνιέρηςτσαμπουνιέρηδες
Γενικήτσαμπουνιέρητσαμπουνιέρηδων
Αιτιατικήτσαμπουνιέρητσαμπουνιέρηδες
Κλητικήτσαμπουνιέρητσαμπουνιέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →