τσαντιά
•
- προφορικόχτύπημα με τσάντα Βικιλεξικό
- ποσότητα που χωράει σε μια τσάντα Βικιλεξικό
- προψές που γύριζα από η λαϊκή με μια τσαντιά μήλα και με σκούντηξε ένας από πίσω και πάρ'τα κάτω όλα τα μήλα και τα κυνήγαγα στην κατηφόρα (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, εκδόσεις Ιωλκός, 2015, σελ. 43)
Ετυμολογία
τσαντιά < τσάντ(α) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαντιά | τσαντιές |
| Γενική | τσαντιάς | τσαντιών |
| Αιτιατική | τσαντιά | τσαντιές |
| Κλητική | τσαντιά | τσαντιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →