τσαουλιά
•
- φυτόείδος φασολιάς Βικιλεξικό
- φυτόείδος βερικοκιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαουλιά < τσαουλ(ί) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαουλιά | τσαουλιές |
| Γενική | τσαουλιάς | τσαουλιών |
| Αιτιατική | τσαουλιά | τσαουλιές |
| Κλητική | τσαουλιά | τσαουλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →