τσαπί
•
- εργαλείοσκαπτικό εργαλείο με μακρόστενο, κοφτερό, μεταλλικό εξάρτημα πεπλατυσμένο στα δύο άκρα και προσαρμοσμένο σε ξύλινο στέλεχος Βικιλεξικό
- Kι ὁ Kουκουλιώτης βάνοντας φτυάρι καὶ τσαπὶ στὸν ὦμο ἐδιάταξε τὴ γυναίκα νὰ τὸν ἀκολουθήσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Πίστομα», περιοδικό Τέχνη, Αθήνα 1899· μετέπειτα στον τόμο Κορφιάτικες ἱστορίες)
Ετυμολογία
τσαπί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσαπίον < υποκοριστικό του τσάπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαπί | τσαπιά |
| Γενική | τσαπιού | τσαπιών |
| Αιτιατική | τσαπί | τσαπιά |
| Κλητική | τσαπί | τσαπιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →