τσαπατσουλιά
•
- η έλλειψη οργάνωσης Βικιλεξικό
- δουλειά που γίνεται χωρίς φροντίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαπατσουλιά < τσαπατσούλης + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαπατσουλιά | τσαπατσουλιές |
| Γενική | τσαπατσουλιάς | τσαπατσουλιών |
| Αιτιατική | τσαπατσουλιά | τσαπατσουλιές |
| Κλητική | τσαπατσουλιά | τσαπατσουλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →