τσαπραζολόγος
•
- εργαλείο με το οποίο προκαλούμε ελαφριά κάμψη των δοντιών ενός πριονιού Βικιλεξικό
- Αυτή η έκκαμψη των δοντιών λέγεται και τσαπράζι και πρέπει να γίνεται ομοιόμορφα σε όλα τα δόντια, πράγμα που το επιτυγχάνουμε με ειδικό εργαλείο, τον τσαπραζολόγο. (*)
Ετυμολογία
τσαπραζολόγος < τσαπράζ(ι) + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαπραζολόγος | τσαπραζολόγοι |
| Γενική | τσαπραζολόγου | τσαπραζολόγων |
| Αιτιατική | τσαπραζολόγο | τσαπραζολόγους |
| Κλητική | τσαπραζολόγε | τσαπραζολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →