Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαρές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόθεραπεία Βικιλεξικό
    • Αχ...έκανε η μπάμπω. Αχ, φτωχό μου. Αχ ζαβάλικό μου. Όλα τ'άκουσα. Τσαρέ δεν έχει. Σήκω φεύγα. Τώρα που είναι νωρίς. (⌘ Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα. [μυθιστόρημα], Αθήνα: Δίφρος, 1956)
    • Καὶ τότες ἤτανε ποὺ κατάλαβε πὼς τὸ μαχαίρι ἔφτασε πιὰ στὸ κόκαλο καὶ πὼς πρέπει νὰ γίνει τσαρές. Τσαρὲς πρέπει νὰ γίνει ἐδῶ πέρα, γιατὶ θὰ τρελαθοῦνε ὅλοι μαζί. (Ιορδανίδου Μαρία (1963). Λωξάντρα. Ελλάδα: Εστία, σελ. 173 @google.books)

Ετυμολογία

τσαρές < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چاره (τουρκική çare) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαρέςτσαρέδες
Γενικήτσαρέτσαρέδων
Αιτιατικήτσαρέτσαρέδες
Κλητικήτσαρέτσαρέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →