Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαρικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήοπαδός των τσάρων και του τσαρικού καθεστώτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαρικός < τσάρος + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαρική / τσαρικός / τσαρικότσαρικές / τσαρικοί / τσαρικά
Γενικήτσαρικής / τσαρικού / τσαρικούτσαρικών / τσαρικών / τσαρικών
Αιτιατικήτσαρική / τσαρικό / τσαρικότσαρικές / τσαρικούς / τσαρικά
Κλητικήτσαρική / τσαρικέ / τσαρικότσαρικές / τσαρικοί / τσαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τσαρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον τσάρο Βικιλεξικό
    • Το ξανθό γένος ήταν η μεγάλη ελπίδα των υποδουλωμένων Ελλήνων και η αναμονή του πότε επιβραβευόταν και πότε όχι. ... Οι υπόδουλοι συχνά απογοητεύτηκαν και μερικές φορές αισθάνθηκαν ότι προδόθηκαν από την τσαρική ρωσική ηγεσία. Π.χ. στα Ορλωφικά. Άλλες πάλι φορές η Ρωσία παρείχε έμμεσα χείρα βοηθείας ή αποδοκίμαζε, ανάλογα με τα συμφέροντά της, τις ελπίδες των εξεγερμένων. (Το ξανθό γένος, Καθημερινή, 29/11/2015 https://www.kathimerini.gr/opinion/840397/to-xantho-genos/)
  2. που γινόταν την εποχή των τσάρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαρικός < τσάρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαρικόςτσαρικήτσαρικό
Γενικήτσαρικούτσαρικήςτσαρικού
Αιτιατικήτσαρικότσαρικήτσαρικό
Κλητικήτσαρικέτσαρικήτσαρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαρικοίτσαρικέςτσαρικά
Γενικήτσαρικώντσαρικώντσαρικών
Αιτιατικήτσαρικούςτσαρικέςτσαρικά
Κλητικήτσαρικοίτσαρικέςτσαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →