Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαρλατάνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που προσποιείται ότι έχει μαγικές ικανότητες ή γνώσεις γύρω από τη θεραπεία ασθενειών Βικιλεξικό
  2. γιατρός χωρίς επαρκές επιστημονικό υπόβαθρο και κατάρτιση Βικιλεξικό
  3. γενικότερααπατεώνας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαρλατάνος < μεσαιωνική ελληνική τσαρλατάνος < ιταλική ciarlatano / παλαιά ιταλική ciarlatano < ciarlatore (φλύαρος) + cerretano ((κυριολεκτικά) κάτοικος του Cerreto, (κατ’ επέκταση) ψευτογιατρός, κομπογιαννίτης)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαρλατάνοςτσαρλατάνοι
Γενικήτσαρλατάνουτσαρλατάνων
Αιτιατικήτσαρλατάνοτσαρλατάνους
Κλητικήτσαρλατάνετσαρλατάνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →