τσατάρισμα
•
- διαδικτυακή αργκόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσατάρω, άμεση γραπτή επικοινωνία με άλλα άτομα μέσα σε εικονικές αίθουσες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσατάρισμα < τσατάρω + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσατάρισμα | τσαταρίσματα |
| Γενική | τσαταρίσματος | τσαταρισμάτων |
| Αιτιατική | τσατάρισμα | τσαταρίσματα |
| Κλητική | τσατάρισμα | τσαταρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →