τσατισμένος
•
- θυμωμένος με κάτι ή με κάποιον, εξοργισμένος από κάτι που συνέβη, φουρκισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσατισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσατίζομαι < από το τουρκικό ρήμα çatışmak (καβγαδίζω εκνευρίζομαι)
Άλλοι τύποι
τσαντισμένος,η,οτσατισμένατσατισμένετσατισμένεςτσατισμένητσατισμένηςτσατισμένοτσατισμένοιτσατισμένοςτσατισμένουτσατισμένουςτσατισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →