τσατσά
•
- επάγγελμααυτή που προΐσταται σε πορνείο ή είναι ιδιοκτήτριά του, η προαγωγός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσατσά < τσάτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσατσά | τσατσάδες / τσατσές |
| Γενική | τσατσάς | τσατσάδων |
| Αιτιατική | τσατσά | τσατσάδες / τσατσές |
| Κλητική | τσατσά | τσατσάδες / τσατσές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →