Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαχπίνικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πονηρός, κατεργάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαχπίνικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαχπίνικοςτσαχπίνικητσαχπίνικο
Γενικήτσαχπίνικουτσαχπίνικηςτσαχπίνικου
Αιτιατικήτσαχπίνικοτσαχπίνικητσαχπίνικο
Κλητικήτσαχπίνικετσαχπίνικητσαχπίνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαχπίνικοιτσαχπίνικεςτσαχπίνικα
Γενικήτσαχπίνικωντσαχπίνικωντσαχπίνικων
Αιτιατικήτσαχπίνικουςτσαχπίνικεςτσαχπίνικα
Κλητικήτσαχπίνικοιτσαχπίνικεςτσαχπίνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →