τσαχπινογαργαλιάρης
•
- οικείοάτομο που είναι παιχνιδιάρης, ιδιαίτερα τσαχπίνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσαχπινογαργαλιάρης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσαχπινογαργαλιάρης | τσαχπινογαργαλιάρηδες |
| Γενική | τσαχπινογαργαλιάρη | τσαχπινογαργαλιάρηδων |
| Αιτιατική | τσαχπινογαργαλιάρη | τσαχπινογαργαλιάρηδες |
| Κλητική | τσαχπινογαργαλιάρη | τσαχπινογαργαλιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →