τσεβρές
•
- χρυσοκέντητο και μεταξοκέντητο υφασμάτινο εργόχειρο Βικιλεξικό
- κεφαλομάντιλο Βικιλεξικό
- Φροσύν΄, σε κλαίει η άνοιξη, σε κλαίει το καλοκαίρι, / σε κλαίει κι ο Μουχτάρ-πασάς με τον τσεβρέ στο χέρι. (Δημοτικό)
Ετυμολογία
τσεβρές < (άμεσο δάνειο) τουρκική çevre + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσεβρές | τσεβρέδες |
| Γενική | τσεβρέ | τσεβρέδων |
| Αιτιατική | τσεβρέ | τσεβρέδες |
| Κλητική | τσεβρέ | τσεβρέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →