Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσεβρές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χρυσοκέντητο και μεταξοκέντητο υφασμάτινο εργόχειρο Βικιλεξικό
  2. κεφαλομάντιλο Βικιλεξικό
    • Φροσύν΄, σε κλαίει η άνοιξη, σε κλαίει το καλοκαίρι, / σε κλαίει κι ο Μουχτάρ-πασάς με τον τσεβρέ στο χέρι. (Δημοτικό)

Ετυμολογία

τσεβρές < (άμεσο δάνειο) τουρκική çevre + -ς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσεβρέςτσεβρέδες
Γενικήτσεβρέτσεβρέδων
Αιτιατικήτσεβρέτσεβρέδες
Κλητικήτσεβρέτσεβρέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →