τσεκίνι
•
- νόμισμαχρυσό βενετσιάνικο νόμισμα Βικιλεξικό
- ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρα (piastre), ρεάλι (reale), ρεγγίνα (regina) , ρουμπιές (rubiye), ράσπιδο (ruspio) , σκούδον (scudo), σολδί (soldo), τάλλαρον (tallero), τσεκίνι (zechin), τορνέζι (tornese), φιορίνι, φλωρί (Economies méditerranéennes: équilibres et intercommunications, XIIIe-XIX siècles: actes du IIe Colloque international d'histoire, Athènes, 18-25 Septembre 1983, Volume 3, Centre de recherches néohelléniques, Fondation nationale de la recherche scientifique, 1985, σελ. 183)
- Παρότι μάλιστα το μεροκάματο έφτασε να αμείβεται μ’ ένα ολόχρυσο βενετσιάνικο τσεκίνι, δηλαδή δώδεκα φράγκα, ο φόβος του θανάτου υπερίσχυε ακόμη και της πλεονεξίας, με αποτέλεσμα τα σπαρτά να μένουν αθέριστα, γιατί έλειπαν τα εργατικά χέρια για τη συγκομιδή. (Χριστίνα Πολέζε, Ετερότητα και περιηγητική γραμματεία: η περίπτωση της Λάρισας κατά τον 19ον αιώνα μέσα από τα κείμενα Ευρωπαίων περιηγητών, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ, 2006, σ. 196.)
- Τι άλλαξε από τους θλιβερούς παραθεριστές του Γκολντόνι έως τους μικροαστούς του Γκόρκι εκατό χρόνια μετά […] ; Τίποτε: τα αμάξια γίναν αυτοκίνητα, τα καπέλα περίτεχνες κομμώσεις και τα τσεκίνια ευρώ. Από το άρθρο του Κώστα Γεωργουσόπουλου, «Κοινωνικό κάτοπτρο», Τα Νέα (16 Μαΐου 2011)· πρόσβαση: 2019-09-07.
- παρωχημένοκομπόδεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσεκίνι < (άμεσο δάνειο) βενετική zechin / zecchin / ιταλική zecchino < zecca < αραβική سكة (sikka:νόμισμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσεκίνι | τσεκίνια |
| Γενική | τσεκινιού | τσεκινιών |
| Αιτιατική | τσεκίνι | τσεκίνια |
| Κλητική | τσεκίνι | τσεκίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →